ΧΑΙΡΩΝΕΙΑ 338 π. Χ.
 

ΟΙ ΑΝΤΙΠΑΛΟΙ

 

Φίλιππος Β' (382 π.Χ.-336 π.Χ.)

 

Ο βασιλιάς της Μακεδονίας που κατόρθωσε να απαλλάξει την επικράτειά του από κάθε απειλή, να εδραιώσει ένα δυνατό κράτος με ισχυρή στρατιωτική, πληθυσμιακή και εδαφική ενότητα, και να επεκτείνει το βασίλειό του στο μεγαλύτερο τμήμα της χερσονήσου του Αίμου. Το έργο του αποτέλεσε τη βάση για την επέκταση του ελληνισμού στην Ανατολή, έργο που το πραγματοποίησε ο γιος του Μέγας Αλέξανδρος.

Ο Φίλιππος γεννήθηκε το 382 π.Χ. στην Πέλλα. Πατέρας του ήταν ο Αμύντας Γ', από τον οίκο των Αργεαδών, οι οποίοι κατάγονταν από το δωρικό γένος των Τημενιδών, που βασίλευσε στο Αργος της Πελοποννήσου. Ο Αμύντας καταγόταν από τον βασιλικό οίκο αλλά ήταν απλός υπηρέτης του βασιλιά της Μακεδονίας Αεροπού. Ο Αμύντας Γ´ πήρε την εξουσία του αφού δολοφόνησε τον Παυσανία, γιο του Αέροπου. Βασίλευσε είκοσι τέσσερα χρόνια, από το 393 π.Χ. ως το 369 π.Χ., τα οποία υπήρξαν εξαιρετικά δύσκολα για τη Μακεδονία. Κατά τη διάρκειά τους ο Αμύντας αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το κράτος για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Την πρώτη χρονιά της βασιλείας του η Μακεδονία δέχθηκε επίθεση των Ιλλυριών, οι οποίοι επωφελήθηκαν από την αβέβαιη εσωτερική πολιτική κατάσταση και ανάγκασαν τον Αμύντα να εγκαταλείψει την Πέλλα και τη Μακεδονία. Για να μην παραδώσει ολόκληρη τη Μακεδονία, ο Αμύντας παραχώρησε μόνο το «κάτω» βασίλειο, τα παράλια προς τον Θερμαϊκό κόλπο, στους Ολυνθίους. Ολα έδειχναν ότι η μακεδονική κυριαρχία κατέρρεε. Μερικά χρόνια αργότερα όμως οι Σπαρτιάτες πέτυχαν τη διάλυση της Ολυνθιακής Ομοσπονδίας και επέστρεψαν τα εδάφη στον Αμύντα.

Τον Αμύντα, ο θάνατος του οποίου προκάλεσε μεγάλες αναταραχές, διαδέχθηκε ο γιος του Αλέξανδρος, ο οποίος δολοφονήθηκε τον πρώτο χρόνο της βασιλείας του. Η δολοφονία του οδήγησε σε εμφύλιο πόλεμο. Η χήρα του Αμύντα και μητέρα του Φιλίππου Ευρυδίκη, με τη βοήθεια του Αθηναίου Ιφικράτη, κατόρθωσε να νικήσει τον βασικό αντίπαλό της Παυσανία και να εξασφαλίσει τον θρόνο για τους δύο γιους της, Περδίκκα και Φίλιππο, με επίτροπό τους τον Πτολεμαίο τον Αλωρίτη. Υστερα από λίγο ανέλαβε την εξουσία ο Περδίκκας, ο οποίος βασίλευσε από το 360 π.Χ. ως το 359 π.Χ., όταν σκοτώθηκε σε μάχη με τους Ιλλυριούς. Μέσα στην κρίση που ακολούθησε τη δολοφονία του Περδίκκα κατέλαβε την εξουσία ο Φίλιππος.
 

Ο Φίλιππος ανατράφηκε όπως άρμοζε σε βασιλόπουλο. Οταν έγινε περίπου δεκαπέντε χρόνων οδηγήθηκε στη Θήβα ως όμηρος και έζησε εκεί δύο ή τρία χρόνια. Επέστρεψε στη Μακεδονία και ανέλαβε τη διακυβέρνηση μιας περιοχής του βασιλείου όπου και παρέμεινε ως τον θάνατο του αδελφού του. Η ζωή του Φίλιππου στη Θήβα από τα δεκαπέντε ως τα δεκαοκτώ του χρόνια έπαιξε μεγάλο ρόλο στη διάπλαση του χαρακτήρα του. Δίπλα στον Παμμένη, έγκριτο πολίτη, πήρε την πρώτη του μόρφωση. Στη Θήβα επίσης ήρθε σε επαφή με τον Επαμεινώνδα και τον Πελοπίδα, δύο λαμπρούς ηγέτες, οι οποίοι έγιναν πρότυπά του. Οταν ανέλαβε τη διοίκηση της Μακεδονίας προσπάθησε αμέσως να συγκροτήσει μια μικρή αλλά άψογα οργανωμένη στρατιωτική δύναμη. Το γεγονός ότι ο θάνατος του αδελφού του τον βρήκε με έναν στρατό υπό τις διαταγές του συνετέλεσε κατά πολύ στην επιτυχία του. Αρχικά ο Φίλιππος ανέλαβε την εξουσία ως επίτροπος του γιου τού Περδίκκα αλλά όταν τα πράγματα δυσκόλεψαν αναγκάστηκε να αναλάβει την εξουσία ο ίδιος. Ο Φίλιππος είχε τρεις ακόμη αδελφούς, τον Αρχέλαο, τον Αριδαίο και τον Μενέλαο, γιους του Αμύντα από άλλη σύζυγο ή ερωμένη. Ο πρώτος δολοφονήθηκε αμέσως μετά την ενθρόνιση του Φιλίππου ενώ οι άλλοι δύο σκοτώθηκαν όταν συμμάχησαν με τους Ολυνθίους.

Από το 358 ως το 354 π.Χ. ο Φίλιππος κατόρθωσε να εξοντώσει τους εσωτερικούς εχθρούς, να υποτάξει τα βάρβαρα έθνη γύρω από τη Μακεδονία και να αφαιρέσει από τους Αθηναίους τα περισσότερα από τα παράλιά της, τα οποία κατείχαν. Μετά την κατάληψη της Αμφίπολης και την ίδρυση της μακεδονικής αποικίας με το όνομα Φίλιπποι, κατοχυρώθηκε και ο έλεγχος της περιοχής του Παγγαίου όρους, ανατολικά του Στρυμόνα, περιοχή που άλλοτε διεκδικούσαν οι Θάσιοι και οι Αθηναίοι εξαιτίας των μεταλλίων της, τα οποία απέφεραν στον βασιλιά της Μακεδονίας ετήσια έσοδα ύψους χιλίων ταλάντων. Τότε ο Φίλιππος έκοψε και νέο αργυρό νόμισμα το οποίο έφερε το όνομά του. Ο στρατός που δημιούργησε με τα χρήματα αυτά εξασφάλισε τη βασιλεία του και έθεσε τις βάσεις για την επέκταση του μακεδονικού βασιλείου.

Ο Φίλιππος παντρεύτηκε την Ολυμπιάδα, την κόρη του βασιλιά των Μολοσσών Νεοπτόλεμου. Το καλοκαίρι του 356 π.Χ. η Ολυμπιάδα έφερε στον κόσμο τον Μέγα Αλέξανδρο. Αργότερα, το 352 π.Χ., προς επισφράγιση των σχέσεών του με τη θεσσαλική κοινοπολιτεία, ο Φίλιππος πήρε δεύτερη σύζυγό του τη Φεραία Νικησίπολη.

Αν και νικητής στη μάχη της Χαιρώνειας, ο Φίλιππος υιοθέτησε μετριοπαθή στάση προς τους αντιπάλους του και ειδικά προς τους Αθηναίους, από τους οποίους απέσπασε μόνο τη Θρακική Χερσόνησο ζητώντας μάλιστα και τη συμπαράστασή τους κατά της πειρατείας. Οι ρυθμίσεις μετά τη Χαιρώνεια απέβλεπαν σε μια ενωμένη Ελλάδα με απώτερο σκοπό την εξόρμηση προς ανατολάς. Λίγο μετά την εισήγησή του όμως για πανελλήνια εκστρατεία κατά του Ξέρξη, ο Φίλιππος δολοφονήθηκε, το 336 π.Χ., στις Αιγές, από τον Παυσανία, έναν από τους σωματοφύλακές του, κατά τον εορτασμό της έναρξης της εκστρατείας του και των γάμων της κόρης του Κλεοπάτρας με τον Αλέξανδρο των Μολοσσών. Αν και οι λόγοι της δολοφονίας του δεν διευκρινίστηκαν ποτέ, πιθανά αίτια θεωρούνται τόσο το παλαιό μίσος της συζύγου του Ολυμπιάδας, η οποία είχε ενοχληθεί από την πολυγαμία του, καθώς και πιθανή συνωμοσία εναντίον του, της οποίας γνώστης ήταν και ο Δημοσθένης.
 

Δημοσθένης (384-322 π.Χ.)
 

Περίπου 40 χρόνια μετά τον θάνατο του Δημοσθένη οι Αθηναίοι τού έστησαν χάλκινο ανδριάντα, έργο του γλύπτη Πολύευκτου, στη βάση του οποίου γράφτηκε: «Είπερ ίσην ρώμην γνώμη, Δημόσθενες, είχες / ούποτ' αν Ελλήνων ήρξεν Αρης Μακεδών» («Αν είχες, Δημοσθένη, τόση ρώμη όση γνώση / δεν θα κατακτούσε ποτέ τους Ελληνες ο Μακεδόνας Αρης»).

Ο Δημοσθένης γεννήθηκε στον Δήμο Παιανίας της Αττικής και ανήκε σε ευκατάστατη οικογένεια. Ο πατέρας του Δημοσθένης ήταν οπλουργός. Η μητέρα του Κλεοβούλη καταγόταν από Ελληνες της Σκυθίας, γεγονός που επέτρεψε αργότερα στον άσπονδο εχθρό του Δημοσθένη ρήτορα Αισχίνη να τον αποκαλεί χλευαστικά «Σκύθη». Τη μάλλον καχεκτική σωματική του διάπλαση και τη βραδυγλωσσία του ο Δημοσθένης τη χρωστούσε στους τρεις επιτρόπους που είχε ορίσει ο πατέρας του λίγο προτού πεθάνει για να φροντίζουν την οικογένειά του και την περιουσία του. Ο Δημοσθένης ήταν μόλις επτά ετών. Οι επίτροποι παραμέλησαν την περιουσία του αποθανόντος και τη σωματική και πνευματική αγωγή του γιου του. Προικισμένος με ευφυΐα και μεγάλη ψυχική δύναμη ο μετέπειτα μεγαλύτερος ρήτορας της αρχαιότητας άρχισε στην εφηβεία του να ενδιαφέρεται για τη ρητορική με σκοπό να προσαγάγει κάποτε σε δίκη τους κηδεμόνες του.

Οταν ο Δημοσθένης έγινε 18 ετών και πήρε στα χέρια του τα απομεινάρια της πατρικής περιουσίας, αποφάσισε να υπερασπιστεί ο ίδιος την υπόθεσή του στο δικαστήριο. Μαθήτευσε κοντά στον δικανικό ρήτορα Ισαίο ενώ παράλληλα μελετούσε τον Θουκυδίδη. Με τρομερή θέληση κατανίκησε τη βραδυγλωσσία του και δυνάμωσε τη φωνή του για να μπορεί να αγορεύει μπροστά σε θορυβώδες κοινό. Οπως μας πληροφορεί ο Πλούταρχος, ο Δημοσθένης πήγαινε καθημερινά στην παραλία και, βάζοντας χαλίκια στο στόμα του, επαναλάμβανε από στήθους λόγους που είχε ακούσει στη Βουλή μιλώντας όσο μπορούσε πιο δυνατά μπροστά στα μανιασμένα κύματα που έσκαγαν με πάταγο στην ακτή.

Οι πρώτοι λόγοι που εκφώνησε ο Δημοσθένης ήταν κατά των κηδεμόνων του. Κέρδισε τη δίκη και την αρχή μιας λαμπρής σταδιοδρομίας. Γρήγορα διακρίθηκε ως λογογράφος, απέκτησε φήμη, χρήματα και όταν, στα 30 του χρόνια, θέλησε να αφιερωθεί στην πολιτική, ήταν πλέον αρκετά εύπορος. Η πρώτη εμφάνισή του στον πολιτικό στίβο της Βουλής και της Εκκλησίας του Δήμου έγινε το 354 π.Χ. με τον λόγο «Περί συμμοριών» που αφορούσε την υποχρέωση των ευπόρων πολιτών να δώσουν χρήματα για τη συγκρότηση στόλου εν όψει της φήμης νέας περσικής απειλής.

Λίγο αργότερα όμως ο Δημοσθένης κατάλαβε ότι η πραγματική απειλή δεν ήταν οι Πέρσες αλλά οι Μακεδόνες του Φιλίππου Β´ και προσπάθησε με τους τέσσερις «Φιλιππικούς» (η γνησιότητα του Δ´ αμφισβητείται) και τους τρεις «Ολυνθιακούς», καθώς και με τους λόγους «Περί ειρήνης» και «Περί των εν Χερρονήσω», να πείσει τους συμπατριώτες του να οργανωθούν για να αντιμετωπίσουν τον «Μακεδόνα Αρη».

Ωστόσο η φιλομακεδονική παράταξη είχε αρκετούς οπαδούς. Αρχηγός της ήταν ο ρήτορας Αισχίνης, τον οποίο ο Δημοσθένης κατηγόρησε στον «Περί παραπρεσβείας» λόγο του για δωροληψία (από τον Φίλιππο) κατά τη σύναψη της Φιλοκρατείου ειρήνης ανάμεσα στους Μακεδόνες και στους Αθηναίους το 346 π.Χ.

Με τον «Γ' Φιλιππικό» του ο Δημοσθένης έπεισε τελικά τους Αθηναίους να συμμαχήσουν με τους Θηβαίους για να αντισταθούν εναντίον του Φιλίππου. Αλλά στη μάχη της Χαιρώνειας οι σύμμαχοι ηττήθηκαν. Ο Φίλιππος δείχνοντας επιείκεια κατέλαβε μόνο τη Θήβα. Στη μάχη είχε λάβει μέρος και ο Δημοσθένης, αλλά ο Αισχίνης τον κατηγόρησε ότι είχε δειλιάσει και είχε φύγει «ρίψας τα όπλα». Ωστόσο, παρά την ήττα στη Χαιρώνεια και τις κατηγορίες του Αισχίνη, η επιρροή του Δημοσθένη όχι μόνο δεν μειώθηκε αλλά αυξήθηκε κιόλας.

Με την είδηση της δολοφονίας του Φιλίππου ο Δημοσθένης έπεισε τους Αθηναίους να βοηθήσουν τους Θηβαίους να εξεγερθούν. Οργισμένος ο γιος του Φιλίππου Αλέξανδρος, αφού κατέστειλε την εξέγερση των Θηβαίων, ζήτησε από τους Αθηναίους να του παραδώσουν τον Δημοσθένη. Επενέβησαν όμως μερικοί της φιλομακεδονικής παράταξης και ο Αλέξανδρος ανακάλεσε την αξίωσή του. Ο Δημοσθένης παρέμεινε στην Αθήνα προσπαθώντας να κατατροπώσει τον αντίπαλό του Αισχίνη. Τα κατάφερε το 330 π.Χ. με τον περίφημο λόγο του «Περί του στεφάνου» υποστηρίζοντας ότι η φιλομακεδονική πολιτική του Αισχίνη ήταν προδοτική. Ο Αισχίνης αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Αθήνα.

Ωστόσο και η τύχη του Δημοσθένη δεν ήταν καλύτερη. Λίγα χρόνια αργότερα κατηγορήθηκε ότι είχε καταχραστεί 20 τάλαντα από τα χρήματα που είχε φέρει μαζί του ο θησαυροφύλακας του Μεγάλου Αλεξάνδρου Αρπαλος όταν κατέφυγε στην Αθήνα το 324 π.Χ. Ο Δημοσθένης καταδικάστηκε σε πρόστιμο 50 ταλάντων και, επειδή δεν τα είχε, κλείστηκε στη φυλακή, από όπου δραπέτευσε και κατέφυγε στην Τροιζήνα.

Μετά τον θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου το 323 π.Χ. ο Δημοσθένης επέστρεψε στην Αθήνα, αφού είχε αναιρεθεί με ειδικό ψήφισμα η καταδίκη του, ελπίζοντας ότι επιτέλους είχε γλιτώσει από τους Μακεδόνες. Και όμως μετά την ήττα των Ελλήνων στον Λαμιακό Πόλεμο ο μακεδόνας αντιβασιλέας Αντίπατρος καταδίκασε σε θάνατο τους πρωταιτίους και φυσικά τον Δημοσθένη. Για να αποφύγει τη σύλληψη ο Δημοσθένης κατέφυγε στον Ναό του Ποσειδώνος στην Καλαύρεια (σημερινό Πόρο) αλλά οι διώκτες του τον ανακάλυψαν και αυτός, αντί να παραδοθεί, προτίμησε να αυτοκτονήσει πίνοντας κώνειο.



 

ΧΑΙΡΩΝΕΙΑ 338 π. Χ.
 

Η ΜΑΧΗ
 

Αναλογιζόμενοι σήμερα την έκρηξη του μακεδονικού ελληνισμού και την ασύλληπτη εκστρατεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου στην Ασία, το συναίσθημα της υπερηφάνειας είναι σχεδόν αναπόφευκτο - πρόκειται για το πλεονέκτημα που μας εξασφαλίζει ο χρόνος. Ετσι, συχνά επενδύουμε τα γεγονότα αυτά με έναν πατριωτικό συναισθηματισμό που ανήκει σε κατοπινές αντιλήψεις για την εθνική μας ταυτότητα και δυσκολευόμαστε να συνειδητοποιήσουμε τη βία της τεράστιας μεταστροφής που σήμανε για τα ελληνικά πράγματα η αυγή της μακεδονικής ισχύος. Η διεύρυνση των ελληνικών πολιτικών επιδιώξεων και η μετάβαση από τον «τοπικισμό» στον «διεθνισμό» - όπως θα έλεγε κανείς με σύγχρονους όρους - ήταν μια άγρια και αιματηρή υπόθεση που, μολονότι βρήκε υποστηρικτές σε όλον τον ελλαδικό χώρο, σε καμία περίπτωση δεν βασίστηκε στη συναίνεση και στην ομοψυχία.
 

Η πανελλήνια ιδέα


www.parodos.it


Εχουμε αναφερθεί ξανά στην πανελλήνια ιδέα, μιλώντας για τα κίνητρα της εκστρατείας του Μεγάλου Αλεξάνδρου (τ. 4, 16.3.2003). «Πανελλήνια ιδέα» ονομάζουμε το ιδεολογικό μόρφωμα που βασίστηκε στη σταδιακή εγκατάλειψη της πίστης στην ανεξάρτητη πόλη-κράτος και στον οραματισμό μιας ισχυρής κεντρικής εξουσίας που θα κατόρθωνε να ενώσει τους διχασμένους Ελληνες κατά των βαρβάρων και να τερματίσει την υποταγή των ελληνικών πόλεων της Μικράς Ασίας στην Περσική Αυτοκρατορία.

Η ιδέα της ένωσης υπό κοινή εξουσία είχε πολλούς υπερασπιστές. Ο Αριστοτέλης στα «Πολιτικά» εκφράζει την άποψη ότι από τη φύση της η μοναρχία υπερτερεί των άλλων μεθόδων, καθ' ότι ο ηγεμόνας επιθυμεί τόσο τη συντήρηση του πλούτου των προνομιούχων όσο και την ευημερία του λαού. Ο δε Ισοκράτης, ίσως ο πιο θερμός υποστηρικτής της πανελλήνιας ιδέας, πίστευε ότι μόνο το ισχυρό χέρι ενός μονάρχη θα μπορούσε να τερματίσει τον αλληλοσπαραγμό των πόλεων-κρατών και να εδραιώσει την πολυπόθητη ενότητα.

Από την άλλη, το κοινό αίσθημα στις πάλαι ποτέ κραταιές πόλεις-κράτη μάλλον δεν συμφωνούσε με αυτές τις εκτιμήσεις. Η περίπτωση του Δημοσθένη είναι χαρακτηριστική κατά το ότι εκφράζει τη δυσκολία του αρχαίου πολίτη να αποσχισθεί από ένα modus vivendi που συνιστούσε την ίδια την ουσία της πολιτικής ύπαρξής του, να αποκηρύξει την πίστη στην ανεξαρτησία της πόλης του και το δικαίωμά του να συμμετέχει στις αποφάσεις της. Δεν είναι λοιπόν διόλου παράξενο το ότι πολλοί από τους υπόλοιπους Ελληνες είδαν την αντιπαράθεση με τους Μακεδόνες ως σύγκρουση μεταξύ πολιτισμού και βαρβαρότητας.

Μολαταύτα θα μπορούσε να πει κανείς ότι στις συνθήκες του 4ου αιώνα π.Χ., η πανελλήνια ιδέα ήταν μια τολμηρά σύγχρονη πολιτική θεώρηση. Από τη φύση της - λόγω της πίστης στην αναγκαιότητα κεντρικής εξουσίας - χρειαζόταν μια ισχυρή, θαρραλέα, ακόμη και αδίστακτη, προσωπικότητα για να την ενσαρκώσει. Η προσωπικότητα αυτή ήταν ο Φίλιππος Β' ο Μακεδών.

Η Μακεδονία του Φιλίππου

Αμέσως μετά την ενθρόνισή του το 359 π.Χ., ο Φίλιππος επικέντρωσε τις προσπάθειές του στην εδραίωση της εξουσίας του. Αφότου εξασφάλισε την υποταγή των φύλων της Ανω Μακεδονίας, στράφηκε προς την στρατηγικής σημασίας Αμφίπολη, η κατάληψη της οποίας το 357 π.Χ. του έδωσε συν τοις άλλοις τη δυνατότητα να ελέγξει τα μεταλλεία του Παγγαίου Ορους. Στη συνέχεια ο Φίλιππος κατέλαβε την Πύδνα, την Ποτείδαια και τη Μεθώνη. Ο Ιερός Πόλεμος που είχε κηρύξει η Δελφική Αμφικτιονία - την οποία ηγεμόνευε ουσιαστικά η Θήβα - για την απελευθέρωση των Δελφών από τους Φωκείς, έδωσε την ευκαιρία στον Φίλιππο, το 352 π.Χ., να νικήσει τον στρατηγό των Φωκαίων Ονόμαρχο, να εκδιώξει τους Φωκείς από τη Θεσσαλία και να εγκαταστήσει στρατιωτικές φρουρές σε όλη τη Μαγνησία.

Ο Φίλιππος εκστράτευσε πλειστάκις κατά της Θράκης και έτσι ουσιαστικά πέτυχε να κυριαρχήσει σε όλη την περιοχή από τη Θεσσαλία ως τα στενά του Βοσπόρου - πλην της Χαλκιδικής. Ευλόγως ο Φίλιππος δεν επιθυμούσε αυτή την ενόχληση στη μέση των εδαφών του μακεδονικού κράτους και έτσι, ύστερα από μια σειρά άγριων πολιορκιών, κατόρθωσε να προσαρτήσει και τη Χαλκιδική, το 348 π.Χ. Αλλες πόλεις δέχθηκαν την εισβολή και υποτάχθηκαν ενώ άλλες - γνωστότερη ανάμεσά τους η Ολυνθος - αντιστάθηκαν και καταστράφηκαν ολοσχερώς.

Η σκληρότητα που επέδειξε ο Φίλιππος στην προσάρτηση της Χαλκιδικής τάραξε πολλούς Ελληνες. Οι αντίπαλοί του στην Αθήνα, όπως ο Δημοσθένης, σίγουρα μπορούσαν πλέον να μιλούν για τον «βάρβαρο κατακτητή», ακόμη και οι συμπαθούντες όμως αναρωτιόνταν πού θα σταματούσε ο μακεδόνας στρατηλάτης αν του επιτρεπόταν να κατέλθει στην Κεντρική Ελλάδα. Εν πάση περιπτώσει, ήταν ο Φίλιππος που, παρά το στρατηγικό πλεονέκτημά του, επιδίωξε την ειρήνη και όχι οι Θηβαίοι - που προσέβλεπαν σε αυτόν για να τους συνδράμει στη συνέχιση του Ιερού Πολέμου - ή οι Αθηναίοι - που είχαν ακόμη αξιώσεις για την Αμφίπολη και φοβούνταν για την εμπορική τους δραστηριότητα στα στενά του Βοσπόρου.

Η Φιλοκράτειος ειρήνη


www.parodos.it


Η πολιτική του Φιλίππου ήταν ιδιοφυής. Στον Βορρά εδραίωνε την ισχύ του, οργάνωνε τον στρατό του και παραδειγμάτιζε τις πόλεις-κράτη της Κεντρικής Ελλάδας με τη σκληρότητά του. Ταυτόχρονα, προς τον Νότο επεδείκνυε μεγάλη ανεκτικότητα, στέλνοντας το μήνυμα ότι επιθυμούσε τη συμμαχία και τη συμπόρευση και όχι τον πόλεμο. Η πολιτική αυτή άσκησε μεγάλη πίεση και τελικά απέδωσε, οδηγώντας στη λεγόμενη Φιλοκράτειο ειρήνη, το 346 π.Χ.

Ο Φίλιππος εκμεταλλεύθηκε την ειρήνη και άρχισε να εξαγοράζει τη συμπάθεια των μικρότερων πόλεων, επεκτείνοντας λίγο λίγο την επιρροή του. Η προσπάθειά του αυτή προκάλεσε σφοδρές αντιδράσεις στην Αθήνα. Ο Δημοσθένης στους λόγους του πάσχιζε να πείσει τους Αθηναίους για την απειλή που διαγραφόταν αλλά και τους Ελληνες γενικότερα ότι ο Φίλιππος ενσάρκωνε την εν δυνάμει κατάλυση της ελευθερίας και της ανεξαρτησίας τους. Με τη συνδρομή του Υπερείδη και του Λυκούργου, ο Δημοσθένης πέτυχε τελικά να υπερισχύσει έναντι του Ισοκράτη και του Αισχίνη που υποστήριζαν τη σύμπραξη με τη Μακεδονία.

Η απόφαση του Φιλίππου να καταλάβει τις Θερμοπύλες ήταν καθοριστική για τη στάση των Αθηναίων. Ο Αισχίνης δικάστηκε ως προδότης και ο Φιλοκράτης εξορίστηκε. Ο Δημοσθένης είχε επικρατήσει και οι φιλομακεδόνες πλέον κινδύνευαν να κατηγορηθούν ως προδότες αν εξέφραζαν τις απόψεις τους. Ο Δημοσθένης πέτυχε να συνάψει συμμαχία μεταξύ της Αθήνας, της Φωκίδας, της Εύβοιας, των Μεγάρων, της Κορίνθου, της Αχαΐας και της Λευκάδας. Ο Φίλιππος ανησύχησε για την εξέλιξη αυτή αλλά η Δελφική Αμφικτιονία τού έδωσε και πάλι το πρόσχημα να επέμβει.

Η Δελφική Αμφικτιονία κήρυξε τον πόλεμο στην Αμφισσα της Λοκρίδας, με την αιτιολογία ότι είχε καταλάβει εκτάσεις που ανήκαν στο Ιερό των Δελφών, και ζήτησε από τον Φίλιππο να αναλάβει την ηγεσία. Οταν ο Φίλιππος άφησε πίσω του τις Θερμοπύλες και κατευθύνθηκε προς τη Φωκίδα, οι Αθηναίοι πανικοβλήθηκαν. Οι πρέσβεις των Αθηναίων με επικεφαλής τον Δημοσθένη έσπευσαν στη Θήβα, ζητώντας τη συνδρομή της κατά του Φιλίππου. Οι Θηβαίοι - ως τότε σύμμαχοι των Μακεδόνων, καθ' ότι ουσιαστικά ήλεγχαν τη Δελφική Αμφικτιονία - επείσθησαν, ιδιαίτερα λόγω των ανταλλαγμάτων που τους προσέφεραν οι Αθηναίοι.

Η μάχη στη Χαιρώνεια

Ο Φίλιππος χτύπησε με αποτελεσματικότητα και κατέλαβε την Αμφισσα και τη Ναύπακτο. Οι Αθηναίοι και οι σύμμαχοί τους συγκέντρωσαν τα στρατεύματά τους στη στενή πεδιάδα της Χαιρώνειας, η οποία ήταν πρόσφορη για αμυντικό πόλεμο. Νωρίς το πρωί, στις 2 Αυγούστου 338 π.Χ., τα δύο στρατεύματα βρέθηκαν αντιμέτωπα.

Μολονότι οι λιγοστές πληροφορίες που σώζονται δεν επαρκούν για να είμαστε βέβαιοι, υπολογίζεται ότι οι σύμμαχοι διέθεταν περί τους 35.000 πεζούς και 2.000 ιππείς. Το στράτευμα παρατάχθηκε από την κώμη της Χαιρώνειας ως τον Κηφισό ποταμό, σε μια απόσταση δύο περίπου χιλιομέτρων. Στο αριστερό πλευρό της παράταξης (στην κώμη της Χαιρώνειας) βρίσκονταν οι Αθηναίοι, υπό τις διαταγές των στρατηγών Λυσικλή, Στρατοκλή και Χάρη. Στο κέντρο βρίσκονταν σύμμαχοι από διάφορες περιοχές, Κορίνθιοι, Φωκείς κ.ά. Και στο δεξιό πλευρό (δίπλα στον Κηφισό ποταμό) βρίσκονταν οι Βοιωτοί, με τον Ιερό Λόχο των Θηβαίων υπό τις διαταγές του Θεαγένη.

Ο μακεδονικός στρατός ήταν κατά τι μικρότερος - αριθμούσε 30.000 πεζούς και 2.000 ιππείς -, ήταν όμως ασύγκριτα πιο αποτελεσματικός και ετοιμοπόλεμος. Στο δεξιό πλευρό, δηλαδή απέναντι από τους Αθηναίους, παρατάχθηκε το ελαφρύ πεζικό, μαζί με το επίλεκτο σώμα πεζικού, τους λεγόμενους «υπασπιστές», με επικεφαλής τον ίδιο τον Φίλιππο. Στο κέντρο και στο αριστερό πλευρό της παράταξης βρισκόταν το κύριο σώμα της μακεδονικής φάλαγγας με τις σάρισες, ενώ το άκρο του αριστερού πλευρού ενίσχυε το βαρύ ιππικό, με επικεφαλής τον μόλις δεκαοκτάχρονο Αλέξανδρο. Η άνιση αυτή κατανομή του στρατεύματος, γνωστή ως «λοξή παράταξη», ήταν ιδιοφυής επιλογή. (Θα τη χρησιμοποιούσε άλλωστε αργότερα και ο Αλέξανδρος στις μάχες του κατά των Περσών.)

Ο Φίλιππος διέταξε πρώτα το δεξιό πλευρό να επιτεθεί στους Αθηναίους. Οι Αθηναίοι αντεπιτέθηκαν, ενώ το ελαφρύ πεζικό των Μακεδόνων υποχωρούσε, παρασύροντάς τους ολοένα μακρύτερα από το κύριο συμμαχικό σώμα. Καθώς ο Φίλιππος έμοιαζε να υποχωρεί - με υποδειγματική πειθαρχία - οι Αθηναίοι πίστεψαν ότι νικούσαν και διέσπασαν ακόμη περισσότερο τη συνοχή του στρατεύματος. Λέγεται μάλιστα ότι ο στρατηγός τους Στρατοκλής τόσο ενθουσιάστηκε από την υποχώρηση των Μακεδόνων, ώστε κραύγασε «Ες Μακεδονίαν!», παροτρύνοντας τους άνδρες του να καταδιώξουν τον Φίλιππο ως τη Μακεδονία.

Στο άλλο άκρο της παράταξης, όμως, οι Βοιωτοί αντιμετώπιζαν προβλήματα από τους σαρισοφόρους Μακεδόνες, οι οποίοι πίεζαν σταθερά. Ο δε Ιερός Λόχος των Θηβαίων δεχόταν τις αλλεπάλληλες εφορμήσεις του μακεδονικού ιππικού υπό τον Αλέξανδρο.

Η ήττα των συμμάχων


Ο Δημοσθένης πέτυχε με τους φλογερούς λόγους του να πείσει το κοινό των Αθηναίων για την απειλή που συνιστούσε ο μακεδονικός επεκτατισμός


Οι Αθηναίοι εξακολούθησαν να ακολουθούν τον Φίλιππο, με αποτέλεσμα να παρασύρουν και τμήματα του κέντρου της συμμαχικής παράταξης, η οποία διασπάστηκε, αφήνοντας ακάλυπτο το πλευρό που υπερασπίζονταν οι Θηβαίοι. Ο Αλέξανδρος αντιλήφθηκε αμέσως το κενό και εισχώρησε πλευροκοπώντας τους Θηβαίους. Πολλοί σύμμαχοι, βλέποντας τους μακεδόνες ιππείς μέσα στις γραμμές τους, τράπηκαν σε φυγή.

Μόλις ο Φίλιππος παρατήρησε ότι ο γιος του είχε διεισδύσει στην παράταξη του εχθρού, σταμάτησε να υποχωρεί και πέρασε στην αντεπίθεση. Οι Αθηναίοι αιφνιδιάστηκαν από τους εκπαιδευμένους και πειθαρχημένους Μακεδόνες. Στην αρχή προσπάθησαν να υποχωρήσουν συντεταγμένα αλλά γρήγορα η πειθαρχία τους έσπασε και τράπηκαν και αυτοί σε φυγή.

Οι μόνοι που δεν υποχώρησαν ήταν οι Ιερολοχίτες. Αντιστάθηκαν απελπισμένα στις επιθέσεις του Αλεξάνδρου, ακόμη και μετά τον θάνατο του Θεαγένη, και έπεσαν μέχρις ενός. Αλλά και οι άλλοι σύμμαχοι υπέστησαν βαριές απώλειες. Περίπου 1.000 Αθηναίοι κείτονταν νεκροί στην πεδιάδα της Χαιρώνειας και περίπου 2.000 είχαν αιχμαλωτιστεί. Ανάμεσα σε αυτούς που κατόρθωσαν να διαφύγουν λέγεται ότι ήταν και ο Δημοσθένης.

Η μοίρα των ηττημένων

Ο Φίλιππος ήταν μάλλον επιεικής με τους ηττημένους συμμάχους. Η στάση του βέβαια είναι εύλογη, αν αναλογιστεί κανείς ότι δεν επιθυμούσε τόσο τη σύγκρουση με τους υπόλοιπους Ελληνες όσο την ένωσή τους και τη συστράτευσή τους υπό μακεδονική ηγεσία. Πάνω από όλα ήθελε να τον αποδεχθούν οι Αθηναίοι - ίσως κάποιο ρόλο να έπαιξε και η επιθυμία του να τους αποδείξει ότι δεν ήταν «βάρβαρος» όπως τον κατηγορούσαν.

Εν πάση περιπτώσει, ο Φίλιππος επέτρεψε στην Αθήνα να διατηρήσει την αυτονομία της και της επέστρεψε τους αιχμαλώτους δίχως να ζητήσει λύτρα. Την αρχική έκπληξη των Αθηναίων διαδέχτηκε ο ειλικρινής θαυμασμός. Ανδριάντες του Φιλίππου και του Αλεξάνδρου τοποθετήθηκαν στην Αγορά και τους απονεμήθηκε ο τίτλος του αθηναίου πολίτη.

Η Θήβα όμως δεν ήταν τόσο τυχερή. Αλλωστε, η στάση της δεν ήταν η ίδια με αυτή της Αθήνας· εφόσον η Θήβα ήταν μέχρι πρότινος σύμμαχος της Μακεδονίας μπορούσε να θεωρηθεί προδότρια και ως τέτοια υπέστη πιο σκληρή μεταχείριση. Οι ηγέτες της αντιμακεδονικής παράταξης θανατώθηκαν και ο Φίλιππος άφησε στη Θήβα μακεδονική φρουρά.

Ο Φίλιππος ήταν πια ο αδιαμφισβήτητος ηγεμόνας των Ελλήνων. Ο ίδιος δεν πρόλαβε να δει να γίνεται πραγματικότητα το όραμά του για συστράτευση των Ελλήνων κατά των Περσών. Το όραμα αυτό έφερε σε πέρας ο γιος του Αλέξανδρος. Ο Φίλιππος όμως πρόλαβε να δρέψει ορισμένους από τους καρπούς της δράσης του. Οι περισσότερες ελληνικές πόλεις - εκτός από τη Σπάρτη - αποδέχθηκαν την πρόσκλησή του και έστειλαν αντιπροσώπους στο Συνέδριο της Κορίνθου. Την άνοιξη του 337 π.Χ. οι αντιπρόσωποι αποφάσισαν ότι οι πόλεις θα ενώνονταν σε μία «ομοσπονδία» με το όνομα Ελληνες. Κάθε πόλη θα διατηρούσε την αυτονομία της αλλά όλες θα απολάμβαναν την «κοινή τοις έλλησιν ειρήνη».

Η ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΗ ΦΑΛΑΓΓΑ

Η μακεδονική φάλαγγα, όπως αναπτύχθηκε από τον Φίλιππο Β', ήταν το μεγάλο πλεονέκτημα του μακεδονικού στρατού. Ο Φίλιππος κατά πάσα πιθανότητα είχε γνώση της παραδοσιακής φάλαγγας από την παραμονή του στη Θήβα. Είχε λοιπόν επισημάνει τόσο τα προτερήματα όσο και τα μειονεκτήματά της και έτσι κατόρθωσε να τη βελτιώσει. Διπλασίασε τις σειρές (στοίχους) των στρατιωτών - από οκτώ τις έκανε δεκαέξι - και εξόπλισε τους στρατιώτες με τη σάρισα, ένα δόρυ μήκους τεσσάρων-επτά μέτρων. Οι στρατιώτες έφεραν επίσης μια μικρή στρογγυλή ασπίδα, την «πέλτη». Η βασική μονάδα της φάλαγγας ήταν το σύνταγμα, το οποίο παρατασσόταν σε βάθος 16 ανδρών, και αριθμούσε 256 στρατιώτες. Στον σχηματισμό μάχης, οι πρώτες πέντε σειρές κρατούσαν τις σάρισες οριζόντια μπροστά τους, ενώ οι έντεκα που ακολουθούσαν τις κρατούσαν όρθιες. Σε κάθε πλευρό του συντάγματος αναπτυσσόταν ελαφρό πεζικό, καθώς και τοξότες, για προστασία, ενώ τα πλευρά της φάλαγγας συνολικά ενίσχυε το ιππικό. Στόχος της μακεδονικής φάλαγγας δεν ήταν τόσο η άμεση επίθεση - αποστολή την οποία εκπλήρωνε το βαρύ ιππικό - αλλά η διαρκής πίεση της παράταξης του εχθρού, ώστε να δημιουργηθούν κενά στα οποία το ιππικό θα μπορούσε να διεισδύσει.



ΧΑΙΡΩΝΕΙΑ 338 π. Χ.      ΣΑΛΑΜΙΝΑ 480 π.X.       ΠΛΑΤΑΙΕΣ 431 π.X.     Η ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΜΑΡΑΘΩΝΑ 490 π.Χ.